Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2013

ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

Μεγάλη  συζήτηση γίνεται το τελευταίο χρονικό  διάστημα για  τον κατώτατο μισθό. Η συζήτηση αυτή πυροδοτήθηκε κυρίως από δηλώσεις που έκανε ο Όλι Ρεν στις Βρυξέλλες αλλά και η Ελληνίδα Επίτροπος κα Δαμανάκη. Η βάση των δηλώσεων είχε να κάνει με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η συζήτηση αυτή είναι τελείως λανθασμένη διότι η ανταγωνιστικότητα στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών επηρεάζεται από μια σειρά από παράγοντες, ένας εκ των οποίων μόνον είναι το.........
κόστος εργασίας.
Θεωρώ ότι πρέπει να μείνουμε στη διαβεβαίωση του Υπουργού Εργασίας κου Γ. Βρούτση ότι δεν υπάρχει θέμα μείωσης του κατώτατου μισθού, κάτι που επιβεβαίωσε πρόσφατα και δεσμεύθηκε γι αυτό ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Εφόσον λοιπόν τελειώνει η συζήτηση για το ύψος του μισθού, θεωρώ ότι πρέπει να ξεκινήσει η συζήτηση για την αγοραστική δυνατότητα του μισθού. Αυτός είναι ο κρίσιμος παράγοντας, διότι ο κόσμος δεν καταναλώνει χαρτονομίσματα αλλά προϊόντα και υπηρεσίες.
Η αλήθεια  είναι ότι στον τομέα αυτό έχουν να γίνουν ακόμη πολλά. Ενώ στην Ελλάδα έγινε μια βίαιη εσωτερική υποτίμηση στα εισοδήματα και στα ακίνητα (δηλαδή των συσσωρευμένο πλούτο των νοικοκυριών), ενώ μειώθηκε η καταναλωτική ζήτηση και ενώ οι φορολογικές επιβαρύνσεις μείωσαν περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα μισθωτών και συνταξιούχων, παρατηρείται το φαινόμενο να μην υποχωρούν οι τιμές καταναλωτή ακόμη και στα βασικά είδη διατροφής.
Τα  αίτια αυτής της πραγματικότητας  οφείλονται σε μια σειρά από παραμέτρους  όπως:
α) Η έλλειψη σημαντικής τοπικής παραγωγής.
Σήμερα  η συντριπτική πλειοψηφία των  προϊόντων που καταναλώνουμε  εισάγονται από το εξωτερικό. Οι πωλήσεις στην Ελλάδα για τις μεγάλες πολυεθνικές  εταιρίες καταναλωτικών προϊόντων  είναι ένα πολύ μικρό ποσοστό στις πωλήσεις τους. Συνήθης πρακτική είναι να γίνονται κεντρικές συμφωνίες από αυτές τις εταιρίες με τους λιανέμπορους. Όταν λοιπόν δεν υπάρχει σημαντική τοπική παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων που διεκδικούν αξιοσημείωτα μερίδια αγοράς, οι πολυεθνικές εταιρίες δεν νιώθουν την πίεση του καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να τις απειλήσει προτιμώντας άλλα φθηνότερα προϊόντα.
β) Η  μεγένθυση των αλυσίδων λιανεμπορίου. Τα τελευταία χρόνια οι λιανέμποροι πιέζοντας τους προμηθευτές τους, απαιτούσαν και πέτυχαν μεγάλες πιστώσεις στους χρόνους πληρωμής των προϊόντων που διακινούν. Η τακτική αυτή τους επέτρεψε να χρηματοδοτήσουν την ποσοτική και γεωγραφική επέκτασή τους. Έτσι η κάθε αλυσίδα απέκτησε 200-300 μεγάλα καταστήματα και ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο απέναντι στους Έλληνες παραγωγούς αλλά και στους καταναλωτές. Απαιτούν συνεχώς μεγαλύτερες παροχές από τους προμηθευτές τους, οι οποίες όμως δεν φθάνουν στους καταναλωτές στο σύνολό τους.
γ) Οι ενδοομιλικές συναλλαγές.
Στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας η παραγωγή προϊόντων  συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες χώρες ή περιοχές ώστε να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας στο κόστος παραγωγής. Κατόπιν διακινούνται συνήθως μέσω θυγατρικών στις χώρες κατανάλωσης. Αυτό επιτρέπει στις παραγωγούς εταιρίες να επιλέγουν την χώρα στην οποία θέλουν να εμφανίσουν τα κέρδη τους. Συνήθως επιλέγεται η χώρα με την χαμηλότερη φορολογία. Στη διαδικασία αυτή όμως, παρατηρείται πολύ συχνά αδυναμία ευελιξίας των τιμών στις περιφερειακές αγορές, που σχετίζεται με την εσωτερική πολιτική της κάθε εταιρίας, δεδομένου ότι η διοίκηση των θυγατρικών των μικρών αγορών είναι σχετικά αδύναμη.
δ) Η  φορολογία.
Η φορολογία  επηρεάζει τις τιμές είτε άμεσα  π.χ. ΦΠΑ, είτε έμμεσα μέσω της φορολογίας κερδών και μερισμάτων. Όσο μεγαλύτεροι  είναι αυτοί οι φόροι τόσο πιο  δύσκολο είναι να μειωθούν οι τιμές. Όμως η υψηλή φορολογία επηρεάζει και άλλες παραμέτρους με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το κόστος των προϊόντων. Ένα παράδειγμα είναι το κόστος στις μεταφορές. Όταν την Παρασκευή 22/2/13 η τιμή της απλής αμόλυβδης ήταν 1,774 το μεικτό κέρδος των εταιριών και των πρατηριούχων ήταν 8 λεπτά το λίτρο. Είναι κατανοητό ότι το υψηλό κόστος των μεταφορών των προϊόντων διαμορφώνεται από το κράτος που ελέγχει τα διυλιστήρια και τους φόρους επί των καυσίμων.
Τέτοιου είδους έμμεσες επιβαρύνσεις επί των τιμών των προϊόντων ασκούν επίσης άλλες στρεβλώσεις όπως η διατήρηση κλειστών επαγγελμάτων, η έλλειψη υποδομών, το κόστος της ενέργειας στην παραγωγή κλπ.
ε) Η  έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών.
Στον  πραγματικό κόσμο της αγοράς πάντα  θα υπάρχουν πολλοί οι οποίοι θα αποβλέπουν στη μεγιστοποίηση του ατομικού οφέλους και θα ρέπουν προς την κερδοσκοπία. Σε ένα ευνομούμενο κράτος όμως θα έπρεπε να υπάρχει οργανωμένος και αποτελεσματικός ελεγκτικός μηχανισμός με σκοπό να προστατέψει τους καταναλωτές από φαινόμενα κερδοσκοπίας παραγωγών, μεσαζόντων και λιανέμπορων. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί όμως στην Ελλάδα είναι ελλιπείς, αναποτελεσματικοί και πολλές φορές διεφθαρμένοι. Σε ορισμένες περιπτώσεις όχι μόνο δεν προστατεύουν τους καταναλωτές, αλλά συμβάλλουν στη νομιμοποίηση της κερδοσκοπίας.
Το  ιδανικό λοιπόν θα ήταν να μπορούσαμε να αυξήσουμε τους μισθούς αντί να συζητάμε για τη νομοθετική ρύθμιση του κατώτατου μισθού. Όμως για να είμαστε ειλικρινείς, κάτι τέτοιο φαντάζει πολύ δύσκολο με την τεράστια ανεργία που υπάρχει στην χώρα μας. Εκείνο όμως που μπορούμε να κάνουμε και είναι κάτι που δεν εξαρτάται από την Τρόικα και από το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας, είναι να βελτιώσουμε την αγοραστική δύναμη του κάθε μισθού.
Αυτό  είναι ένα από τα στοιχήματα της  κυβέρνησης που πιστεύω ότι θα το κερδίσει από φέτος.


Γ. Βακόνδιος
Πολιτευτής Κυκλάδων Ν.Δ
Bookmark and Share
Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια :